προδιασημαίνομαι


προδιασημαίνομαι
Μ
δηλώνω κάτι εκ τών προτέρων («ἀρκοῡντα προδιασημηνάμενος τοῑς πειρωμένοις παίζειν ἐν οὐ παικτοῑς», Ακτουάρ. Ιωάνν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + διασημαίνω «δηλώνω, φανερώνω κάτι με σήματα»].

Dictionary of Greek. 2013.